Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Τα προσωπεία της βίας ενάντια στην τέχνη

Η άσκηση βίας-σωματικής ή με τη μορφή άλλων περιορισμών- στο έργο του καλλιτέχνη δεν είναι κάτι το καινοφανές. Στην πραγματικότητα δύσκολα θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει κοινωνίες-πέρα από τις επαναστατικές- όπου ο καλλιτέχνης έχει βιώσει τη λεγόμενη «καλλιτεχνική ελευθερία» με τις αληθινές διαστάσεις του όρου. Από τους περιορισμούς που έθεταν στα μέλη τους οι μεσαιωνικές συντεχνίες και η υπακοή στα προστάγματα των μεγάλων πατρόνων της εκκλησίας και της ανερχόμενης αστικής τάξης στην Αναγέννηση, στην υπηρεσία- διατεταγμένη ή ασύνειδη- των χορηγών σήμερα. Μια νοητή γραμμή στην ιστορία των ορίων.
Αν εστιάσουμε την προσοχή μας στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, θα σταθούμε καταρχήν στις εμφανείς περιπτώσεις λογοκρισίας έργων τέχνης: Outlook 2003 (Ντε κορντιέ), Τεχνόπολη (Τότσικας), Art Athina 2007 (Στεφανή), και τα παραδείγματα δυστυχώς αφθονούν φτάνοντας και στο 2009 με το βίντεο του Γαβρά για το Μουσείο της Ακρόπολης που παραγγέλθηκε και λογοκρίθηκε από το ίδιο το μουσείο. Για γέλια και για κλάματα.
Η εμφανής λογοκρισία (αποκαθήλωση έργων τέχνης, δικαστικοί αγώνες εναντίον καλλιτεχνών) είναι το δέντρο. Υπάρχει όμως και το δάσος ή μάλλον η ζούγκλα όπου ο καλλιτέχνης καλείται να δημιουργήσει αλλά και –πρωτίστως- να επιβιώσει. Η ζούγκλα όπου τα μεγάλα σαρκοφάγα καταβροχθίζουν τα μικρότερα, καθώς η τέχνη και ο πολιτισμός γενικότερα κρίνονται, αξιολογούνται, προωθούνται ή απορρίπτονται και εν τέλει λειτουργούν με γνώμονα το κέρδος, οικονομικό ή πολιτικό, των σύγχρονων μεγάλων χορηγών. Σε επίπεδο κρατικής πολιτικής ο πολιτισμός γίνεται το οικονομικό συγκριτικό πλεονέκτημα για την επικράτηση του ισχυρότερου, το εμπόρευμα που πρέπει να συνδεθεί και με την τουριστική ανάπτυξη για να αφήσει καλύτερη απόδοση, αλλά και το άρμα για την εδραίωση της κυβερνητικής πολιτικής. Έτσι αποφασίζεται τι θα παραχθεί και κυρίως τι θα φτάσει στο κοινό: χωρίς κοινωνικό έλεγχο, χωρίς συμμετοχή συλλογικών φορέων στη διαμόρφωση της πολιτιστικής πολιτικής, με την πλειοψηφία του λαού αποξενωμένη από τους δημιουργούς.
Για ποια ελεύθερη καλλιτεχνική δημιουργία μπορούμε να μιλήσουμε όταν ο κρατικός προϋπολογισμός προβλέπει 0,5 % για τον πολιτισμό; Όταν θεσμοί του υπουργείου πολιτισμού ιδιωτικοποιούνται, όταν οι έτσι κι αλλιώς σπάνιες δημόσιες εκθέσεις οργανώνονται με ιδιωτικά κριτήρια και την ίδια στιγμή επιχορηγούνται γενναιόδωρα ιδιωτικές, όταν τα δημόσια έργα γίνονται συχνά χωρίς διαγωνισμούς, όταν γενικότερα οι χώροι παραγωγής, αναπαραγωγής και διακίνησης της τέχνης περνάνε στην ιδιωτική πρωτοβουλία;
Αλλά μήπως η αισθητική του λαού καλλιεργείται, ώστε να ευνοηθεί και η ανάπτυξη της τέχνης και της έκφρασης; Και πάλι η απάντηση είναι αποκαρδιωτική. Η αισθητική παιδεία στα πλαίσια του σχολείου είναι υποβαθμισμένη. Ακόμα και στις σχολές καλών τεχνών οι εκκολαπτόμενοι καλλιτέχνες συνηθίζουν να υπακούνε στους κανόνες της αγοράς. Αλλά και η αισθητική του δημόσιου χώρου έχει παραδοθεί στους μεγαλοεργολάβους. Εθνικός πολιτισμός η εκτόνωση, η μαζική κατανάλωση υποκατάστατων πολιτισμού, η πολιτιστική ισοπέδωση και εμπορευματοποίηση.
Βία είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργεί ο καλλιτέχνης: αβεβαιότητα, ανελευθερία, έλλειψη ασφάλισης, περιθωριοποίηση, αναλωσιμότητα. Ο δημιουργός ταπεινώνεται και χειραγωγείται. Οδηγείται στο συμβιβασμό ή στην αποστράτευση, στην εκβιαστική επιλογή άσχετης εργασίας κάτω από την ανάγκη της επιβίωσης. Όμως οι καλλιτέχνες πρέπει να αποτελούν οργανικό κομμάτι του λαού. Η τέχνη και ο πολιτισμός είναι κοινωνικά αγαθά και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζονται, αν θέλουμε να μιλήσουμε για πνευματική και πολιτιστική αναβάθμιση, για δημιουργία.

Χρύσα Κοφίνα, εικαστικός καλλιτέχνης - φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου